ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ : ΑΠΟ ΤΗΝ «ΧΡΥΣΗ 10ΕΤΙΑ» (1995 – 2004) ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΥΠΕΡΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ (2004 – 2008) ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ (2008-2010)


ΑΝΕΣΤΗΣ ΤΑΡΠΑΓΚΟΣ

Θεσσαλονίκη – Αύγουστος 2010

1.- Η χρυσή 10ετία της κατασκευαστικής καπιταλιστικής ανάπτυξης (1995 -2004)

Ο ελληνικός καπιταλισμός με την εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής από τις αρχές της 10ετίας του 1990, και αφού προχώρησε σε διαδικασίες αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου, εισήλθε από τα μέσα της 10ετίας του 1990, και μέχρι της εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης του τέλους του 2008, σε μια φάση αλματώδους κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και κερδοφορίας, η οποία συνοδεύτηκε σ’ ολόκληρη αυτή την 12ετία από εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ που έφτανε το 4%, μακράν του ευρωπαϊκού μέσου όρου (1% – 2%). Σ’ αυτό το συνολικό αναπτυξιακό πλαίσιο καταγράφηκε η αντίστοιχη κατασκευαστική έκρηξη, τόσο στο επίπεδο των μεγάλων έργων της περιόδου, όσο και στο επίπεδο των ιδιωτικών οικοδομικών έργων, σε σημείο που η 10ετία 1995 – 2004 να μπορεί εύλογα να χαρακτηρισθεί ως η «χρυσή 10ετία» του ελληνικού κατασκευαστικού κεφαλαίου. Πρόκειται για την περίοδο που τροφοδοτήθηκε η κατασκευή των μεγάλων έργων τεχνικής υποδομής κύρια στο επίπεδο των συγκοινωνιακών έργων (Εγνατία Οδός, ΠΑΘΕ, Αττική Οδός, Ζεύξη Ρίου-Αντιρρίου, Αερολιμένας Σπάτων, Μετρό Αττικής), αλλά και άλλων υδραυλικών έργων, έργων διαχείρισης αποβλήτων, λιμενικών κλπ., στη βάση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων του 2ου και του 3ου ΚΠΣ, αλλά και των αντίστοιχων εθνικών πόρων. Μια ολόκληρη 30αδα των μεγάλων κατασκευαστικών επιχειρήσεων της τότε Ζ’ Τάξης προχώρησαν στην είσοδό τους στο Χρηματιστήριο, στο έδαφος και της μείωσης των τραπεζικών επιτοκίων, επιτυγχάνοντας υπερκαλύψεις στα αναζητούμενα κεφάλαια πολλαπλάσιες των αρχικών τους επιδιώξεων. Ο ελληνικός κατασκευαστικός καπιταλισμός μετατρέπονταν σε οργανικό πλέον κλάδο της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας με ισχυρή οργανική σύνθεση κεφαλαίου, διευρυμένο κύκλο εργασιών και κερδοφορία που έφτανε το 12% της απόδοσης, ποσοστό υπερδιπλάσιο της αποδοτικότητας των ευρωπαϊκών τεχνικών επιχειρήσεων (4% – 6%). Τα μεγάλα αυτά έργα υποδομών που ανελάμβαναν οι ολιγοπωλιακές εργοληπτικές επιχειρήσεις (ΑΚΤΩΡ, ΑΕΓΕΚ, ΒΙΟΤΕΡ, ΜΗΧΑΝΙΚΗ κλπ.), μακράν του να αντιπροσωπεύουν «έργα βιτρίνας», αποτελούσαν τις αναγκαίες εκείνες τεχνικές υποδομές που αποσκοπούσαν να καταστήσουν λειτουργικότερη και ταχύτερη την κίνηση των τεσσάρων «ελευθεριών» της διεθνοποιημένης ελεύθερης αγοράς (κεφαλαίων, εργασίας, υπηρεσιών και εμπορευμάτων), από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς τις οικονομίες των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής (διευρωπαϊκά συγκοινωνιακά δίκτυα). Δεν επρόκειτο δηλαδή για μια «στρεβλή» μορφή ανάπτυξης, βασισμένη «στο τσιμέντο και στην άσφαλτο», όπως αρέσκεται να την αντιμετωπίζει ένα ορισμένο αριστερό πολιτικό ρεύμα, αλλά για μια οργανική διάσταση της συνολικής κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης της περιόδου (χωρίς ένα εκσυγχρονισμένο και αναβαθμισμένο δίκτυο συγκοινωνιακών υποδομών πώς θα επιτύχει ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός την ταχεία διακίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων;).

Η ισχυροποίηση, μεγέθυνση, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του τεχνικού κεφαλαίου σ’ αυτή την περίοδο επιτεύχθηκε και χάρις στην συνεχή θεσμική παρέμβαση του αστικού κράτους που λειτουργούσε καθαρά στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της κεφαλαιακής συσσώρευσης των εργοληπτικών εταιριών. Έτσι στα μέσα της 10ετίας του 1990 προχώρησε στην ριζική αλλαγή του συστήματος δημοπράτησης των μεγάλων έργων, που αποτελούσαν το πεδίο ανάδειξης ενός οξύτατου ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού, εισάγοντας το σύστημα του «μαθηματικού τύπου» και την Η’ Τάξη εταιριών (περί τις 40 μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες που είχαν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο), και οδηγώντας στον κλειστό διαμοιρασμό των εργολαβιών με εξαιρετικά χαμηλές εκπτώσεις. Από την άλλη πλευρά με την θέσπιση του νόμου για τις συγχωνεύσεις των εργοληπτικών επιχειρήσεων στην αρχή της 10ετίας του 1990, προκειμένου να επιταχυνθεί η συγκεντροποίηση του τεχνικού κεφαλαίου, να ενταθεί η οργανική του σύνθεση και να επέλθουν οικονομίες κλίμακας στην τεχνική οργάνωσή του : Ήδη από αυτό το μεταίχμιο άρχισαν να συγκροτούνται τα τρία μεγαλύτερα μέχρι σήμερα τεχνικά κατασκευαστικά συγκροτήματα της ΕΛΛΑΚΤΩΡ (με την εξαγορά και συγχωνεύσεις πληθώρας τεχνικών εταιριών όπως της ΑΚΤΩΡ, ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗΣ, ΤΕΒ, ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗΣ κλπ.), της J & P – ΑΒΑΞ (με την συγχώνευση επιπρόσθετα της ΕΤΕΘ, ΑΘΗΝΑΣ κ.ά.), και της ΓΕΚ / ΤΕΡΝΑ, με εξαιρετικά σημαντική κεφαλαιοποίηση (ΕΛΛΑΚΤΩΡ 949 εκατομ., ΓΕΚ / ΤΕΡΝΑ 441 εκατομ., J & P – ΑΒΑΞ 245 εκατομ.), που αυτοί μόνοι τους συγκεντρώνουν το 70% του κύκλου εργασιών και το 80% των καθαρών κερδών στο σύνολο των 30 εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εργοληπτικών επιχειρήσεων.

Σ’ ολόκληρη αυτή τη διαδικασία μεγέθυνσης και συγκεντροποίησης του κατασκευαστικού κεφαλαίου, βαρύνοντα ρόλο διαδραμάτισε το γεγονός ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), με το σύνολο των συγχρηματοδοτούμενων και εθνικών πόρων, χρησιμοποιήθηκε ως «εργαλείο» ενός υποτονικού κεϋνσιανισμού (εν μέσω της γενικευμένης νεοφιλελεύθερης πολιτικής), καταγράφοντας αύξηση των χρησιμοποιουμένων κονδυλίων από το 3,3% του ΑΕΠ (1995) στο 5,3% στο μεταίχμιο του 2000 (1999 – 2001). Το αποτέλεσμα ήταν ο κλάδος των κατασκευών να συμβάλει στο 8,5% στη δημιουργία του ΑΕΠ και να απασχολεί το 8,2% του συνολικού εργατικού δυναμικού, δηλαδή 386.900 άτομα, από τα οποία 113.600 ανήκουν στην αστική τάξη και στα πολυπληθή μικροαστικά στρώματα (30%), και 273.000 ανήκουν στην εργατική τάξη των κατασκευών (70% τεχνίτες, εργάτες, χειριστές, μισθωτοί τεχνικοί, οδηγοί, διοικητικό προσωπικό). Η δομή του κατασκευαστικού καπιταλισμού διαμορφώθηκε σ’ αυτή τη διαδικασία κατά τρόπο πυραμιδοειδή, όπως και στους υπόλοιπους άλλωστε κλάδους της καπιταλιστικής παραγωγής, με τις 50 μεγάλες εταιρίες 6ης και 7ης Τάξης να συγκεντρώνουν το 70% των ιδίων κεφαλαίων του κλάδου, το 67% του συνολικού τζίρου και το 47% των καθαρών του κερδών, ενώ τα υπόλοιπα μερίδια κατανέμονται στην ευρύτερη βάση της επιχειρηματικής πυραμίδας, δηλαδή στις 565 εργοληπτικές εταιρίες 3ης, 4ης και 5ης Τάξεων, που αντιπροσωπεύουν τις μικρομεσαίες  εταιρίες των τεχνικών κατασκευών και συσπειρώνονται συνδικαλιστικά στον ΣΑΤΕ (Σύνδεσμος Ανωνύμων Τεχνικών Εταιριών), ενώ οι ολιγοπωλιακές τεχνικές εταιρίες οργανώνονται συνδικαλιστικά στον ΣΤΕΑΤ (Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιριών Ανωτέρων Τάξεων).

Παράλληλα στη διάρκεια αυτής της «χρυσής 10ετίας» στην εξέλιξη του ελληνικού κατασκευαστικού καπιταλισμού, επισυμβαίνουν δύο γεγονότα σημαντικής πολιτικής και οικονομικής φύσης που έμελλαν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην μετέπειτα εξέλιξη :

Από τη μια πλευρά, ξεκινάει η σταθερή πλέον εγκατάσταση στην ελληνική κατασκευαστική αγορά των μεγάλων ευρωπαϊκών κατασκευαστικών συγκροτημάτων, που στην αρχική φάση λειτούργησαν ηγεμονικά σε ορισμένα μεγάλα έργα : Hochtief στο Αεροδρόμιο των Σπάτων με έλληνες υπεργολάβους, Vinci στη Γέφυρα Ρίου – Αντιρίου, Impregilo στο Μετρό Θεσσαλονίκης. Dragados στην Ιονία Οδό κλπ.  Στην πορεία και με δεδομένη την ενίσχυση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, αλλά και της κατασκευαστικής εμπειρίας των ελληνικών εργοληπτικών συγκροτημάτων, εξισορροπήθηκε η κατάσταση μέσα από την συγκρότηση κοινοπρακτικών κατασκευαστικών σχημάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί κατασκευαστικοί όμιλοι κατέχουν ένα σημαντικό μερίδιο του τζίρου των κατασκευών στην ελληνική οικονομία εφόσον λειτουργεί η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

Από την άλλη πλευρά, μπήκε σε κίνηση η διαδικασία της ιδιωτικοποίησης των μεγάλων τεχνικών κατασκευών, με την πιλοτική χρησιμοποίηση των συμβάσεων παραχώρησης (αυτοχρηματοδότησης και στη συνέχεια μακροχρόνιας ιδιωτικής εκμετάλλευσης) στην Αττική Οδό, στον Αερολιμένα Σπάτων και στην Ζεύξη Ρίου-Αντιρρίου. Η διαδικασία αυτή που αποδείχθηκε εξαιρετικά επωφελής για τις ελληνικές και ευρωπαϊκές τεχνικές εταιρίες έμελλε εξίσου να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις του κλάδου των κατασκευών.

Από την άποψη των ταξικών συσχετισμών αυτή την περίοδο (που σε χοντρές γραμμές συνέπεσε με την 8ετία του «εκσυγχρονισμού και της αναδιάρθρωσης» του ΠΑΣΟΚ 1996 – 2004), εκείνο που την χαρακτήρισε γενικότερα στάθηκε η έντονη εκμετάλλευση του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού που στελέχωσε μαζικά τις κατώτερες – εκτελεστικές θέσεις του ιεραρχικού καταμερισμού εργασίας, και επιπρόσθετα η γενικευμένη εφαρμογή της πρακτικής της υπεραπασχόλησης στο σύνολο των εργοταξίων (γενίκευση 10ωρου – 6μερου – 60ωρου), με την ταυτόχρονη αύξηση των εργατικών αποδοχών (λόγω όμως αποκλειστικά της υπερωριακής απασχόλησης). Αυτοί οι δύο καθοριστικοί παράγοντες συνέτειναν, με την συνέργεια του συνολικότερου «εργοδοτικού εκφυλισμού» του θεσμικού συνδικαλιστικού κινήματος , στην αποψίλωση  μέχρις εξαφάνισης στην εργοταξιακή πραγματικότητα των μορφών εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης με ελάχιστες εξαιρέσεις απεργιακής ή κοινωνικής κινητοποίησης. Η παραφθορά της μαζικότητας των οικοδομικών συνδικάτων, η εμφάνιση του συνδικαλισμού των μισθωτών τεχνικών (ωστόσο με περιορισμένα χαρακτηριστικά στο τεχνικό προσωπικό), η εργοδοτική μετάλλαξη των συντεχνιακών σωματείων των χειριστών αλλά και των οδηγών, σηματοδότησαν αυτή την διαδικασία της παραφθοράς, παρά την συγκέντρωση σημαντικού εργατικού δυναμικού σε εργοταξιακό επίπεδο. Από μια γενική άποψη η περίοδος αυτή της καπιταλιστικής κατασκευαστικής ανάπτυξης δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ανάπτυξη του ταξικού εργατικού κινήματος, γιατί η πλειονότητα της εργατικής τάξης μπροστά στις πολλαπλές ευκαιρίες υπερπροσφοράς απασχόλησης, οδηγήθηκε στην υιοθέτηση της πρακτικής της υπεραπασχόλησης προκειμένου να αποσπάσει ένα μέρος του παραγόμενου υπερπροϊόντος, θέτοντας όμως έτσι στην άκρη και στο περιθώριο τις ζωτικές αναγκαιότητες συλλογικής συνδικαλιστικής συγκρότησης και αντιπαράθεσης με την εργοληπτική εργοδοσία, πράγματα που στη διάρκεια αυτής της 10ετίας φάνταζαν ως «παραδοξότητες», και έμελλε να έχουν παραλυτικές επιπτώσεις στην επόμενη μέχρι σήμερα περίοδο.

2.- Η κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης στον κατασκευαστικό κλάδο (2004 – 2008)

Ωστόσο στην 5ετία που ακολούθησε την «χρυσή 10ετία», και που συμπίπτει με την κυβερνητική διαχείριση της ΝΔ (2004-2009), αναδεικνύεται σταδιακά η κρίση υπερσυσσώρευσης του ελληνικού κατασκευαστικού κεφαλαίου, που βέβαια δεν προσλαμβάνει άμεσα τα χαρακτηριστικά της κατάρρευσης, όμως εκδηλώνεται κυρίαρχα με την σοβαρότατη διαχρονική υποχώρηση του μέσου ποσοστού κέρδους στον κλάδο, παρόλο που ο κύκλος εργασιών του συνεχίζει να παραμένει σταθερός ή και να αυξάνει. Κι’ αυτό παρά την διατήρηση ενός υψηλού ρυθμού ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ κατά 3%, και την σχετική μείωση της ανεργίας στο 8% αυτή την 5ετία. Συγκεκριμένα και σε ό,τι αφορά τις τεχνικές εταιρίες του Χρηματιστηρίου που καλύπτουν την μερίδα του λέοντος στα κεφάλαια, τζίρο και κέρδη, ενώ στα 2004 ο κύκλος εργασιών τους φτάνει τα 3,262 δισεκατ., και η κερδοφορία τους τα 319 εκατομ., με ποσοστό έτσι κέρδους 9,8%, μετά από σχετικές διακυμάνσεις στη διάρκεια της 5ετίας, στα 2008 και ενώ ο τζίρος εμφανίζεται  σαφέστατα αυξημένος στα 5,083 δισεκ., η κερδοφορία τους ανέρχεται μόλις στα 207 εκατομ., δηλαδή το ποσοστό κέρδους τους πέφτει στα 4,1%.

Η κρίση αυτή προήλθε από τον σταδιακό περιορισμό των πεδίων παραγωγικής αξιοποίησης του επενδυμένου και συγκεντροποιημένου τεχνικού κεφαλαίου στην προηγούμενη «χρυσή 10ετία», με κύρια αφετηρία την στρατηγική επιδίωξη του αστικού κράτους για την συρρίκνωση του ΠΔΕ και των συνακόλουθων κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Αυτό ενώ σε ονομαστικές τιμές αυξάνονταν σε όλη τη διάρκεια της 10ετίας του 2000 (από τα 7,421 δισεκ. το 2000 στα 10,300 δισεκ. στα 2010), εντούτοις όμως ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνονταν συνεχώς από το 5,3% του μεταίχμιου του 2000 στο 3,5% πρόσφατα). Σ’ αυτή την συγκυρία ο ολιγοπωλιακός πηρύνας του τεχνικού κεφαλαίου επιχείρησε να αξιοποιηθεί εναλλακτικά αφενός στην διεθνοποιημένη επέκταση και αφετέρου στην επενδυτική του στροφή σε παράλληλους τομείς.  Όμως οι εναλλακτικές αυτές διέξοδοι λειτούργησαν εντελώς περιορισμένα μόνον για ορισμένες μεγάλες εργοληπτικές επιχειρήσεις, ενώ ήταν ανέφικτοι για την πληθώρα των μικρομεσαίων εταιριών του κλάδου. Άλλωστε και τα περιθώρια που υπήρχαν γι’ αυτό στάθηκαν εντελώς συρρικνωμένα : Η επέκταση στις βαλκανικές και μεσανατολικές αγορές, λόγω και του έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, λειτούργησε μόνον σε λίγες περιπτώσεις εργολαβιών που ανέλαβαν η ΕΛΛΑΚΤΩΡ και η ΜΗΧΑΝΙΚΗ, ενώ η παραγωγική δραστηριοποίηση στον τομέα παραγωγής ενέργειας κάλυψε ουσιαστικά μόνον την ΓΕΚ / ΤΕΡΝΑ. Γενικά η διεθνοποιημένη κατασκευαστική διέξοδος δεν μπόρεσε να λειτουργήσει ως «βαλβίδα ασφαλείας» στην κρίση υπερσυσσώρευσης του τεχνικού κεφαλαίου, όπως είχε λειτουργήσει στη 10ετία του 1970 (παρόλα τα μετέπειτα καταστρεπτικά της αποτελέσματα), με τις τότε μονοπωλιακές επιχειρήσεις της εποχής (ΕΔΟΚ-ΕΤΕΡ, ΣΚΑΠΑΝΕΑΣ κλπ.) στη Μ. Ανατολή και στη Β. Αφρική. Τελικά, ήταν περισσότερο οι ευρωπαϊκές τεχνικές επιχειρήσεις που «κατέλαβαν» ένα μέρος της ελληνικής κατασκευαστικής αγοράς, παρά οι ελληνικές που επεκτάθηκαν στις βαλκανικές και μεσανατολικές αγορές.

Η ιστορική συρρίκνωση μέχρις εξαφανίσεως του ΠΔΕ από τα μέσα της 10ετίας του 2000 και μέχρι σήμερα, αντιπροσωπεύει στρατηγική επιδίωξη του σύγχρονου αστικού κράτους, για δύο συμπληρωματικούς λόγους :

Από τη μια πλευρά το ΠΔΕ επιβίωσε ως μια μορφή ενός υποτονικού κεϋνσιανισμού ακόμη και στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού που εφαρμόστηκε με αφετηρία το 1990, ωστόσο όμως από το 2004 και μετά τέθηκε στο στόχαστρο, με βάση τον επιδιωκόμενο περιορισμό των δημόσιων κοινωνικών δαπανών που επέβαλαν στο δημοσιονομικό επίπεδο οι ευρωπαϊκές συμβάσεις όπως το Σύμφωνο Σταθερότητας κλπ. Το αστικό κράτος καλούνταν να απομακρυνθεί από τις δημόσιες αναπτυξιακές κοινωφελείς επενδύσεις, γιατί οδηγούσαν σε αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε ποσοστά άνω του 3%. Η κάλυψη της χώρας κεντρικά και περιφερειακά σε έργα κοινωφελούς υποδομής θα επιχειρούνταν στο εξής να γίνεται με ιδιωτικοποιημένες διαδικασίες χρηματοδότησης και εκμετάλλευσης.

Από την άλλη πλευρά, οι τρεις μεγάλες συμβάσεις παραχώρησης που είχαν πραγματοποιηθεί στη διάρκεια της «χρυσής 10ετίας» (1995 – 2004), είχαν ανοίξει ήδη το δρόμο σε μια τέτοια κατεύθυνση ιδιωτικοποίησης, και επικουρικά ήρθε να προστεθεί και η διαδικασία των Συμπράξεων Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). Σε αντίστοιχο ακριβώς δρόμο κινήθηκε στη συνέχεια η κατασκευή με αυτοχρηματοδότηση των πέντε μεγάλων οδικών αξόνων όπως της Ιονίας Οδού, του Αυτοκινητοδρόμου Κεντρικής Ελλάδας (Ε 65 σύνδεσης ΠΑΘΕ και Εγνατίας Οδού) και των οδικών αξόνων της Πελοποννήσου, με αναδόχους κοινοπραξίες ευρωπαϊκών και ελληνικών ομίλων, και με χρηματοδότηση από την υπέρμετρη επιβάρυνση της κυκλοφορίας με υπέρογκα διόδια στους ήδη κατασκευασμένους οδικούς άξονες (ΠΑΘΕ κ.ά.).

Τέλος, παρόλη την χρήση των συμβάσεων παραχώρησης σ’ αυτά τα μεγάλα συγκοινωνιακά έργα, είναι προφανές ότι η θεσμική εισαγωγή και εφαρμογή των ΣΔΙΤ στα υπόλοιπα μικρομεσαία έργα υποδομής δεν κατόρθωσε να έχει μέχρι σήμερα αποτελέσματα. Παρόλο που οι ΣΔΙΤ αντιπροσωπεύουν μια στρατηγική επιλογή του αστικού νεοφιλελεύθερου δικομματισμού, εντούτοις για την τρέχουσα οικονομική συγκυρία, αδυνατεί να εφαρμοστεί με όρους γενικευμένης ιδιωτικοποίησης, γιατί ακριβώς προσκρούει στη σημερινή δημοσιονομική κρίση του αστικού κράτους και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Κι’ αυτό γιατί μπορεί ένα μεγάλο φάσμα μικρομεσαίων επιχειρήσεων (3ης, 4ης και 5ης Τάξεων) να επιθυμεί διακαώς τη διευρυμένη εφαρμογή των ΣΔΙΤ, ωστόσο η κρίση αναπαραγωγής του τραπεζικού κεφαλαίου που θα χρηματοδοτούσε τα έργα με ΣΔΙΤ και οι συνεχείς χρηματοδοτικές ενέσεις κράτους και ΕΚΤ προς αυτό (78 δισεκ. ευρώ μέχρι σήμερα), στέκεται εμπόδιο στην χρηματοδότησή τους, ενώ ο δημοσιονομικός «εκτροχιασμός» του αστικού κράτους δεν μπορεί να εγγυηθεί την μακρόχρονη αυτή απόσβεση των έργων με ΣΔΙΤ. Έτσι, κι’ αυτή ακόμη η ιδιωτικοποιημένη κατασκευή δημόσιων έργων με ΣΔΙΤ προϋποθέτει ένα δημοσιονομικά ισχυρό καπιταλιστικό κράτος και ένα ισχυροποιημένο ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα, πράγματα που δεν αντιπροσωπεύουν τη σημερινή συγκυρία της ετήσιας μείωσης του ΑΕΠ κατά 4%, της γενικευμένης φοροεπιδρομής και της εισοδηματικής καθήλωσης (ρυθμίσεις Μνημόνιου Συμφωνίας κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και υπερεθνικής τρόϊκας ΕΕ – ΕΚΤ – ΔΝΤ). Αυτό ακριβώς το αδιέξοδο της ίδιας της πολιτικής της νεοφιλελεύθερης ιδιωτικοποίησης επιτείνει τα χαρακτηριστικά ασφυξίας της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κατασκευαστικού  κεφαλαίου.

3.- Από την κρίση στην κατάρρευση των τεχνικών κατασκευών (2008 – 2010)


Η εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης υπερσυσσώρευσης της πραγματικής οικονομίας από τα τέλη του 2008 και μέχρι σήμερα, καθώς και η υιοθέτηση της αντεργατικής καταιγίδας στο πρώτο εξάμηνο του 2010 (Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, πακέτα αντεργατικών μέτρων, Μνημόνιο και νόμοι εφαρμογής του για την διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης και των εργασιακών δικαιωμάτων κλπ.), επέφεραν στην κρίση υπερσυσσώρευσης του καπιταλιστικού κλάδου την χαριστική βολή, προσδίδοντάς της χαρακτηριστικά κατάρρευσης.

Στο επίπεδο της απασχόλησης στα 2009 καταγράφεται σημαντική μείωση σε σχέση με το 2008 κατά 7% (27.000 θέσεις εργασίας), ενώ στη διάρκεια του 2010 καταγράφεται νέα μείωση κατά 7,4% έναντι του 2009 (23.700 θέσεις εργασίας). Αθροιστικά μείωση των θέσεων εργασίας στον κατασκευαστικό κλάδο στην διετία κατά 60.700.

Η συμμετοχή του κλάδου στην ετήσια διαμόρφωση του ΑΕΠ από το 8,5% που ήταν στο μεταίχμιο του 2000 πέφτει στο 5,3% στο 2009 για να μειωθεί ακόμη περισσότερο στο 3,9% στη διάρκεια του 2010.

Στο πεδίο των επιχειρηματικών επιδόσεων των εργοληπτικών επιχειρήσεων η πτώση του ποσοστού κερδοφορίας τους συνεχίζεται : Κατά το 2008 τέσσερεις στις δέκα εταιρίες 7ης τάξης καταγράφουν ζημιές ενώ εξίσου ζημιές καταγράφουν τέσσερεις στις εννιά εταιρίες 6ης τάξης, ενώ και το μέσο ύψος ζημιών τους αυξάνει από τα 1,2 εκατομ. Στα 4,5 εκατομ. Αλλά και το 2009 το 17% των εργοληπτικών εταιριών εμφανίζουν ζημιές, ενώ το 69% των επιχειρήσεων προυσιάζει επιδείνωση του τζίρου και της κερδοφορίας τους.

Στα ιδιωτικά οικοδομικά έργα εμφανίζεται το 2008 μείωση έναντι του 2007 κατά 21,7%, το 2009 μείωση κατά 16,3% έναντι του 2008 και το 2010 μείωση κατά 16,8% έναντι του 2009. Στα έργα πολιτικού μηχανικού (δημόσιες κατασκευές) στη διάρκεια του 2010 ο δείκτης παραγωγής εμφανίζεται μειωμένος κατά 22,4% έναντι του 2009, ενώ οι ακαθάριστες επενδύσεις στις κατασκευές μειώνονται κατά 24,8% το 2010 έναντι του 2009.

Οι δανειακές επιβαρύνσεις των τεχνικών εταιριών παρουσιάζουν αντίστοιχη επιδείνωση στην τελευταία διετία : Έτσι κάθε εταιρία χρωστά το 2008 κατά μέσο όρο 17,4 εκατομ. έναντι 10,5  το 2007, ενώ το 2009 κάθε εργοληπτική επιχείρηση 4ης – 7ης τάξης  χρωστά 20,6 εκατομ.

Μεγάλες πλέον τεχνικές επιχειρήσεις του κατασκευαστικού κλάδου οδηγούνται στη μέγγενη του τραπεζικού κεφαλαίου το οποίο και καθορίζει πλέον το μέλλον τους : Η ΕΝΤΕΧΝΟΣ εντάσσεται στο άρθρο 99 του Νόμου 3588 / 2007, καθώς και η ΑΦΟΙ ΜΕΣΟΧΩΡΙΤΗ προκειμένου να επιτύχουν ευνοϊκή ρύθμιση χρεών και κεφάλαια κίνησης. Το ίδιο και η ΕΔΡΑΣΗ – ΨΑΛΛΙΔΑΣ που ζητά τραπεζικό δάνειο κίνησης 15 εκατομ. , ενώ η ΜΗΧΑΝΙΚΗ διαπραγματεύεται με τις τράπεζες ομολογιακό δάνειο 135 εκατομ., τη στιγμή που η ΑΤΤΙΚΑΤ, η ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ και η ΑΕΓΕΚ ρευστοποιούν τις «χρυσές» συμμετοχές τους στα ιδιωτικοποιημένα έργα της Αττικής Οδού και της Γέφυρας Ρίου – Αντιρρίου.

Αυτή η κρίση υπερσυσσώρευσης του κλάδου των κατασκευών προσλαμβάνει χαρακτηριστικά κατάρρευσης στην τελευταία διετία της γενικευμένης καπιταλιστικής – χρηματοπιστωτικής κρίσης και του Μνημόνιου Συνεργασίας μεταξύ κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και υπερεθνικού καπιταλιστικού διευθυντηρίου, στο μέτρο που :

Το ΠΔΕ ως μορφή δημόσιων επενδυτικών δαπανών τείνει πλέον στη διάρκεια του 2010 να καταργηθεί, εφόσον παρουσιάζει ήδη απομείωση κατά 36%, προκειμένου να συγκρατηθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 8% για φέτος από το 13% που ήταν πέρισυ, τάση που προβλέπεται να συνεχιστεί και μέχρι το 2012, οπότε και το ΠΔΕ θα έχει παραφθαρεί μέχρις αφανισμού.

Οι δανειακές υποχρεώσεις των εργοληπτικών επιχειρήσεων εκτινάσσονται στα ύψη αφενός λόγω της μεγάλης πτωτικής πορείας του ποσοστού κερδοφορίας τους, και αφετέρου εξ αιτίας των μεγάλων καθυστερήσεων πληρωμών του αστικού κράτους προς αυτές, με αποτέλεσμα το κατασκευαστικό κεφάλαιο να περιέρχεται στον άμεσο έλεγχο του τραπεζικού συστήματος, πράγμα στο οποίο συνεργεί και το γεγονός των εξαιρετικά υψηλών εγγυητικών επιστολών που είναι υποχρεωμένο να καταθέτει εφόσον οι χορηγούμενες στις δημοπρασίες εκπτώσεις είναι σήμερα πολύ μεγάλες. Ένα μεγάλο φάσμα μικρομεσαίων εργοληπτικών επιχειρήσεων οδηγείται σε μαζικές απολύσεις ή συνολική εκκαθάριση, ενώ το ίδιο συμβαίνει και στις περισσότερες κατασκευαστικές εταιρίες 6ης και 7ης Τάξης (ευρεία καταστροφή ζωντανής εργασίας και απαξίωση παγίου εξοπλισμού).

Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός των τεχνικών κεφαλαίων στο μέτρο που οι δημοπρατήσεις δημόσιων έργων έχουν συρρικνωθεί, προκειμένου να εξασφαλιστεί παραγωγικό τεχνικό αντικείμενο, οδηγεί τις χορηγούμενες εκπτώσεις σε πρωτοφανή επίπεδα της τάξης του 65% για υδραυλικά έργα και 50% για οικοδομικές κατασκευές. Οι συνέπειες είναι η άκρατη εντατικοποίηση και εκμετάλλευση του εργατικού και τεχνικού προσωπικού προκειμένου να αντιμετωπιστούν αυτές οι υπερμεγέθεις εκπτώσεις, οι συστηματικές κακοτεχνίες στην κατασκευή, και η παραπέρα απομείωση της κερδοφορίας των τεχνικών εταιριών.

Τέλος, το ίδιο το αστικό κράτος, πέρα από τον περιορισμό του ΠΔΕ, έχει προχωρήσει σε ντεφάκτο στάση πληρωμών στον κατασκευαστικό κλάδο, με τις υποχρεώσεις του προς τις εργοληπτικές επιχειρήσεις για πιστοποιημένες εργασίες να φτάνουν τα 2 δισεκ., πράγμα που προκαλεί πολύμηνες καθυστερήσεις πληρωμών των εργαζομένων και οικονομική ασφυξία των κατασκευαστικών εταιριών.

Πρόκειται δηλαδή για μια συνολική οικονομική και κοινωνική κατάσταση των τεχνικών κατασκευών που επιφέρει ευρεία καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, από την οποία δεν διασώζονται παρά ελάχιστοι τομείς (π.χ. αυτοί που κινούνται με αυτοχρηματοδότηση και ιδιωτική εκμετάλλευση), και χωρίς άμεσες προοπτικές ανάταξης και εξόδου από αυτή την κρίση (συνδυασμένο αποτέλεσμα της εγγενούς κρίσης υπερυσσώρευσης του κλάδου, των μέτρων δημοσιονομικής πειθάρχησης που επιβάλλει το Μνημόνιο, και της στρατηγικής ιδιωτικοποίησης που εφαρμόζει αταλάντευτα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ).

4.- Η αντιφατική εργοδοτική πολιτική και η εναλλακτική αριστερή διέξοδος στον κατασκευαστικό κλάδο.

Προκύπτει συνολικά ότι η σημερινή κρίση των τεχνικών κατασκευών παρουσιάζει ακραία και δύσκολα υπερβάσιμα χαρακτηριστικά, στο βαθμό που συνεχιστεί η πολιτική της απομάκρυνσης του αστικού κράτους από τις δημόσιες κοινωφελείς επενδύσεις, στο μέτρο που προωθείται χωρίς μεταλλαγές η εφαρμογή του Μνημονίου, και καταγράφεται η επιμονή στην ιδιωτικοποίηση των δημόσιων τεχνικών έργων. Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση γενικευμένης παραγωγικής καταστροφής, πώς διαμορφώνεται η στάση της ιθύνουσας αστικής εργοδοσίας των κατασκευών, και αντίστοιχα η πολιτική αντιμετώπιση των εργατικών λαϊκών και αριστερών δυνάμεων; Γιατί βέβαια η συνέχιση αυτής της παραφθοράς  και στην επόμενη διετία θα προκαλέσει στα σίγουρα φαινόμενα κοινωνικής σήψης και θα οδηγήσει οικονομικά σε «κρανίου τόπο» τον κατασκευαστικό κλάδο.

Οι εργοδοτικές οργανώσεις των τεχνικών κατασκευών και πρωτίστως ο ΣΑΤΕ (που εκφράζει τα ευρύτερα στρώματα της αστικής τάξης), αλλά και εξίσου πλέον και ο ΣΤΕΑΤ (που συσπειρώνει τις 35 μεγαλύτερες εταιρίες του κλάδου), είναι εκ της φύσεώς τους εγκλωβισμένες σε μια θεμελιώδη αντίφαση η οποία και είναι ανυπέρβλητη, και γι’ αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε διέξοδο, από την ίδια τη σκοπιά των αστικών αναπτυξιακών συμφερόντων. Συγκεκριμένα:

Σ’ ένα πρώτο επίπεδο επιδιώκουν διευθετήσεις με το τραπεζικό σύστημα προκειμένου να διασφαλίσουν σχετικά κεφάλαια κίνησης, ενώ από την άλλη πλευρά επιζητούν την πληρωμή από το αστικό κράτος των πιστοποιημένων τους εργασιών, που δημιουργεί και τις δανειακές τους επιβαρύνσεις.

Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο και κυρίως προβάλλουν την ανάγκη εφαρμογής, διεύρυνσης και ενίσχυσης του ΠΔΕ και εκτεταμένων δημόσιων επενδύσεων σε έργα υποδομής, προκειμένου να εξασφαλίσουν παραγωγικό αντικείμενο για την λειτουργία και την κερδοφόρα απόδοση των κεφαλαίων τους.

Τέλος, σ’ ένα τρίτο επίπεδο, ως οργανική συνιστώσα της ελληνικής αστικής τάξης, λειτουργούν υποστηρικτικά στις διατάξεις του Μνημονίου, στην εφαρμογή της δρακόντειας δημοσιονομικής πειθάρχησης, στην πλήρη κατεδάφιση της κοινωνικής ασφάλισης, στην ολοκληρωτική αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων.

Ειδικά μάλιστα για την κατασκευαστική εργοδοσία, αυτό το συνολικό μίγμα πολιτικής γραμμής αποδεικνύεται άκρως αντιφατικό και συστηματικά αδιέξοδο. Γιατί ακριβώς υποστηρίζει μια πολιτική κατεύθυνση της οποίας το ένα σκέλος αναιρεί ευθέως το άλλο. Πώς να στοιχειοθετηθεί η νεοκεϋνσιανή της επιδίωξη για την ευρεία επέκταση των δημόσιων επενδύσεων σε έργα υποδομής, όταν αυτή συνοδεύεται από την στήριξή της στον άκρατο νεοφιλελευθερισμό του αστικού δικομματισμού που ευθέως αποσκοπεί στην στρατηγική κατάργηση του ΠΔΕ, στην ιδιωτικοποίηση των δημόσιων κατασκευών και στις απεριόριστες δημοσιονομικές περικοπές που επιβάλλει το Μνημόνιο και το Πρόγραμμα Σταθερότητας ; Μια μορφή αναπτυξιακής διεξόδου για τον κλάδο των κατασκευών που θα εμπεριείχε την τροφοδότηση εκτεταμένων δημόσιων επενδύσεων και θα διασφάλιζε τον κοινωνικό χαρακτήρα των τεχνικών υποδομών (και που αποτελεί σήμερα μέρος μιας εναλλακτικής αριστερής διεξόδου) θα προϋπέθετε την ολοσχερή σύγκρουση με την κυρίαρχη αστική πολιτική, ελληνική και ευρωπαϊκή, για την πλήρη απελευθέρωση των αγορών, την απόσυρση του αστικού κράτους από τον δημόσιο επενδυτικό τομέα, τους ασφυκτικούς δημοσιονομικούς περιορισμούς κλπ. Ωστόσο η αστική τάξη των κατασκευών στηρίζει ολόπλευρα στο πολιτικό επίπεδο αυτή τη νεοφιλελεύθερη πολιτική διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης, κι’ έτσι αναιρεί το παραγωγικό σκέλος των επιδιώξεών της. Μ’ αυτή την έννοια η πλειονότητα των εργοδοτικών δυνάμεων του κατασκευαστικού κλάδου, λόγω αυτής της εγγενώς αντιφατικής τους τοποθέτησης, θα συνεχίσουν και στην επόμενη διετία να βυθίζονται στην κρίση, επιφέροντας ολέθριες κοινωνικές συνέπειες στην εργατική τάξη (μαζική ανεργία, ριζική αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, μακροχρόνιες καθυστερήσεις πληρωμών, εισοδηματική καθήλωση), και γενικευμένη σήψη στον κλάδο.

Η σωτηρία των τεχνικών κατασκευών ως παραγωγικού τομέα της οικονομίας και απασχόλησης ενός σημαντικού τμήματος της μισθωτής εργασίας ταυτίζεται σήμερα με τις ανάγκες σωτηρίας της ίδιας της εργατικής τάξης των κατασκευών, στην οποία και εναπόκειται να αναδείξει τις κατευθύνσεις εναλλακτικής διεξόδου. Αυτή προϋποθέτει πρωταρχικά την ανατροπή της πολιτικής γραμμής του Μνημονίου, της συρρίκνωσης του ΠΔΕ, της στρατηγικής ιδιωτικοποίησης  των τεχνικών κατασκευών, και προφανώς της κυβερνητικής εξουσίας του αστικού δικομματισμού που τα υπηρετεί. Εμπεριέχει εναλλακτικά την αναβάθμιση και επέκταση των δημόσιων επενδύσεων σε κοινωφελή έργα υποδομής, πράγμα ωστόσο που για να πραγματοποιηθεί προϋποθέτει τον εθνικοποίηση πλέον του τραπεζικού συστήματος και την δραστική αύξηση της φορολογίας των καθαρών επιχειρηματικών κερδών όλης της ελληνικής οικονομίας. Ταυτόχρονα την ανάδειξη μορφών κοινωνικών παραγωγικών φορέων μελέτης, κατασκευής, συντήρησης των τεχνικών υποδομών της χώρας, με την αξιοποίηση του υπάρχοντος παγίου κεφαλαίου και του υψηλά εξειδικευμένου εργατικού, τεχνικού και επιστημονικού δυναμικού, με εκτενείς και δραστικές μορφές εργατικού λαϊκού ελέγχου. Μια τέτοια προοπτική δεν μπορεί πλέον σήμερα παρά να εγγράφεται σε μια συνολική κυβερνητική πολιτική ανατροπή που αναδεικνύει την αριστερή εναλλακτική διέξοδο με κατεύθυνση την σοσιαλιστική αναδιοργάνωση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Για την σύνταξη της παρούσας ανάλυσης χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία που αντλήθηκαν από τις ακόλουθες μεταξύ άλλων δημοσιεύσεις :

ΣΑΤΕ «Ο ελληνικός κατασκευαστικός κλάδος – Πρώτη εξαμηνιαία έκθεση», Ενημερωτικό Δελτίο ΤΕΕ, τεύχος 2546 (27/7/2009).

ΣΑΤΕ «Σε δεινή θέση ο κατασκευαστικός κλάδος – Τρίτη εξαμηνιαία έκθεση» , Ενημερωτικό Δελτίο ΤΕΕ, τεύχος 2596 (9/8/2010).

Βαγγέλης Μαθιός «Σημειώσεις για την συσσώρευση κεφαλαίου στη βιομηχανία κατασκευών στην Ελλάδα», Περιοδικό «Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ», τεύχος 4, Ιανουάριος 2010.

ΠΕΔΜΕΔΕ «Αύξηση κύκλου εργασιών των εργοληπτικών επιχειρήσεων – Μείωση των κερδών για το 2008», Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ, τεύχος 136, Σεπτέμβριος 2009.

ΠΕΔΜΕΔΕ «ΠΔΕ : Στη σωστή κατεύθυνση αλλά επιβεβλημένη η αναγκαιότητα ενίσχυσής του» Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ, τεύχος 139, Ιανουάριος 2010.

Κ. «Κατασκευαστικές εταιρίες : Νέα υπερκέρδη παρά την κρίση», ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 25-Οκτωβρίου-2009.

Ομοσπονδία Οικοδόμων Ελλάδας «Πανελλαδικό συλλαλητήριο για την ανεργία στις 22 Ιουλίου», ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 11-Ιουλίου-2010.

Γ. Βλάχος, πρόεδρος ΣΑΤΕ «Συνεντεύξεις και αναλύσεις για την πορεία των τεχνικών έργων», ΚΕΡΔΟΣ 1-Μαρτίου-2009, ΤΕΧΝΙΚΑ Νοέμβριος 2009, Ναυτεμπορική 5-Ιανουαρίου-2009 κλπ.

Στεφανία Σούκη «Οι τράπεζες καθορίζουν το μέλλον του κατασκευαστικού κλάδου», ΚΕΡΔΟΣ, 7-Ιουλίου-2010.

Συμπληρωματικά τις σχετικές προηγούμενες αναλύσεις μας στο ΠΡΙΝ, τις ΘΕΣΕΙΣ και την ΕΠΟΧΗ.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s