Τα Στρώματα της Μισθωτής Εργασίας Μέσα στην Καπιταλιστική Κρίση και Απέναντι στο Μνημόνιο

ΑΝΕΣΤΗΣ ΤΑΡΠΑΓΚΟΣ

Θεσσαλονίκη – Σεπτέμβριος 2010

Οι δύο όψεις της σημερινής οικονομικής και κοινωνικής συγκυρίας

H σημερινή πρωτοφανής συγκυρία όπως διαμορφώνεται στην τελευταία διετία 2008 – 10, χαρακτηρίζεται από μια διπλή κρίση και επίθεση:

Αφενός τις καταστρεπτικές συνέπειες της κρίσης καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης που απαξιώνει μαζικά πάγια κεφάλαια, τροφοδοτεί την αλματώδη άνοδο της ανεργίας, οδηγεί στην ντεφάκτο απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, καταλήγει στην ετήσια μείωση του ΑΕΠ κατά 5% και δημιουργεί έναν ολέθριο στασιμοπληθωρισμό του 5%.

Αφετέρου, τα μέτρα κοινωνικού ολοκαυτώματος του Μνημονίου που λεηλατούν παραπέρα το εισόδημα, την απασχόληση, την ασφάλιση, τα κοινωνικά δικαιώματα της εργατικής τάξης, προκειμένου ακριβώς να δημιουργήσουν τους κατάλληλους όρους για την υπέρβαση της καπιταλιστικής κρίσης προς όφελος αποκλειστικά της εργοδοσίας.

Η διπλή αυτή επίθεση των οικονομικών και πολιτικών αστικών δυνάμεων τροφοδοτεί ισχυρές ροπές κοινωνικής και παραγωγικής καταστροφής της μισθωτής εργασίας, που τείνουν να επιβάλουν την ολοκληρωτική καθυπόταξη στις εργοδοτικές επιχειρηματικές δυνάμεις. Από την άλλη πλευρά, ο κοινωνικός όλεθρος που προκύπτει σ’ όλα τα επίπεδα, αναδεικνύοντας τον ολοκάθαρα ταξικό χαρακτήρα της δράσης κράτους – αστικού δικομματισμού – κεφαλαίου – υπερεθνικού διευθυντηρίου, τροφοδοτεί την οργή, την απόγνωση, τον θυμό, την ενδεχόμενη δυναμική της αντίστασης και αντεπίθεσης των λαϊκών εργαζομένων δυνάμεων.

Από μια γενική άποψη οι αντιδραστικές κοινωνικές και οικονομικές μεταλλάξεις που επιφέρει το Μνημόνιο της συμφωνίας μεταξύ κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και υπερεθνικού διευθυντηρίου επιφέρουν και ενισχύουν τις τάσεις ομογενοποίησης των τμημάτων της μισθωτής εργασίας του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, εφόσον επιβάλουν μέτρα εισοδηματικής λιτότητας, φορολογικής επιβάρυνσης κλπ. για το σύνολο των εργαζομένων. Μ’ αυτή την έννοια, ενισχύονται οι δεσμοί ταξικής ενοποίησης και αλληλεγγύης ανάμεσα στις δύο αυτές διαφοροποιημένες κατηγορίες εργαζομένων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, παρ’ όλες βέβαια τις μεταξύ τους δομικές διαφορές των εργασιακών καθεστώτων που συνεχίζουν και υπάρχουν.

Από την άλλη πλευρά, οι ολέθριες συνέπειες της διετούς μέχρι σήμερα κρίσης καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης, πλήττουν μονοδιάστατα τον εργαζόμενο κόσμο αποκλειστικά της ιδιωτικής καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτό αφορά την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, που πέραν της θεσμικής της μορφής, επιβάλλεται και ντεφάκτο στην παραγωγική πραγματικότητα, τις μεγάλες καθυστερήσεις στην πληρωμή των αμοιβών των εργαζομένων, τις αυθαίρετες μειώσεις των μισθών, και κυρίως την τροφοδότηση της μαζικής ανεργίας που έχει ξεπεράσει τις 700 χιλιάδες (13%) και προβλέπεται να φτάσει μέχρι τις αρχές του 2011 το ένα εκατομμύριο (περί το 20%). Αυτό το γεγονός απεναντίας εντείνει τις φυγόκεντρες τάσεις στον συνολικό κόσμο της μισθωτής εργασίας στο μέτρο που οξύνεται η κοινωνική κατάσταση αποκλειστικά της εργατικής τάξης της ιδιωτικής οικονομίας.

Ομογενοποίηση και αποκλίσεις στον κόσμο της μισθωτής εργασίας

Έτσι μέσα στην καπιταλιστική κρίση και απέναντι στις νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις του Μνημονίου, αναδεικνύονται εντελώς καινούριες τάσεις εντός του κόσμου της μισθωτής εργασίας, που από τη μια πλευρά ωθούν προς την ομογενοποίηση ενώ από την άλλη πλευρά βαθύνουν τις διαχωριστικές ταξικές γραμμές μέσα στους μισθωτούς εργαζόμενους. Και πρώτα απ’ όλα ο δημοσιοϋπαλληλικός κόσμος (άνω των 700 χιλιάδων και περί το 20% της μισθωτής εργασίας) έχει υποστεί τα ισχυρά μισθολογικά και συνταξιοδοτικά πλήγματα, ωστόσο όμως συνεχίζει και έχει : Αφενός την διασφαλισμένη σταθερότητα της απασχόλησης στις δημόσιες υπηρεσίες, αφετέρου την τακτική πληρωμή των αποδοχών του, και τέλος συνεχίζει να έχει το αμβλυμένο εργασιακό καθεστώς (απουσία εργοδοτικού δεσποτισμού, βαθμολογική εξέλιξη κλπ.). Κατά συνέπεια, μέσα στα πλαίσια των δρακόντιων δημοσιονομικών μέτρων που επιβάλλονται βιώνει μεν την μισθολογική του απομείωση, διατηρεί ωστόσο μέσα στην γενική παραγωγική καταστροφή τα σχετικά κοινωνικά «πλεονεκτήματα» της δημιοϋπαλληλικής απασχόλησης. Είναι ακριβώς αυτή η κοινωνική κατάσταση που δημιουργεί έντονες τάσεις αναδίπλωσης και αδρανοποίησης, γιατί τα πλήγματα που έχουν επέλθει (μισθολογικά και ασφαλιστικά) δεν αναιρούν τα βασικά χαρακτηριστικά «ασφάλειας» της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η κινηματική συμμετοχή στον δημόσιο τομέα, παρ’ όλη την απρόσκοπτη λειτουργία των συνδικαλιστικών ελευθεριών, στάθηκε εντελώς υποτονική σ’ ολόκληρο το πρώτο μισό του 2010 των αλλεπάλληλων πανελλαδικών απεργιακών κινητοποιήσεων.

Εντελώς διαφορετικά τίθενται τα ζητήματα στο επίπεδο της ενεργού εργατικής τάξης στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (1.800 χιλιάδες ή το 60% των μισθωτών εργαζομένων), εξ αιτίας της διπλής επενέργειας τόσο των συνεπειών της κρίσης κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης όσο και των αντιδραστικών μέτρων του Μνημονίου. Στην προηγούμενη περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης (1996 – 2008) όπου η ανεργία είχε μεν υψηλά ποσοστά (περί το 10% κατά μέσο όρο), ωστόσο όμως δεν είχε ξεφύγει σε υπερδιπλάσια νούμερα, καταγράφονταν μια μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ της τάξης του 3% και η καπιταλιστική κερδοφορία σημείωνε σημαντικές επιδόσεις, μπορούσε και λειτουργούσε ο συνδικαλιστικός συλλογικός ιστός, προβάλλονταν διεκδικήσεις μισθολογικών αυξήσεων, και αναπαράγονταν ένα ορισμένο βιοτικό επίπεδο ως δευτερογενής συνέπεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι μαζικές απολύσεις και το κλείσιμο επιχειρήσεων που άρχισαν να καταγράφονται στην τελευταία διετία της οικονομικής κρίσης, διπλασίασαν το μέγεθος του εφεδρικού στρατού των ανέργων, πράγμα πλέον που επιδρά καθοριστικά και ασφυκτικά στην ενεργό εργασία, επιφέροντας την κοινωνική της παράλυση : Ο φόβος της ανεργίας εμποδίζει την ενεργό εργατική τάξη από την συμμετοχή της στις πανεργατικές κινητοποιήσεις, αποδιαρθρώνει τους δεσμούς συλλογικής οργάνωσης και αλληλεγγύης, απονεκρώνει τη δυνατότητα άσκησης των συνδικαλιστικών ελευθεριών, και κυρίως την οδηγεί στην «πρόσδεσή της στην εργοδοσία» με την έννοια της συνάρτησης της εργασιακής της τύχης με την επιτυχή ή μη πορεία της επιχείρησης απασχόλησής της. Το γεγονός αυτό εξασθενίζει την τάση σύγκλισης της ενεργού εργασίας του ιδιωτικού τομέα με τους δημοσίους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα και βαθαίνει την διαφοροποίηση μεταξύ τους, επιφέροντας εξίσου την αδυναμία καθολικής πανεργατικής αντιμετώπισης των αποτελεσμάτων της κρίσης και των συνεπειών του Μνημονίου.

Τέλος, ο κόσμος των εργαζομένων που έχει περιέλθει στην ανεργία (περί τις 700 χιλιάδες σήμερα ή το 20% των μισθωτών και 13% του συνολικού εργατικού δυναμικού των 4.900 χιλιάδων), και μάλιστα με υψηλά ποσοστά μακροχρόνια ανέργων που στερούνται πλέον και της σχετικής επιδότησης, αλλά και οι υψηλοί αριθμοί των νέων με επιστημονική και τεχνική εξειδίκευση που δεν βρίσκουν επαγγελματικές διεξόδους και εξίσου δεν διαθέτουν επιδότηση ανεργίας, παρόλο που βρίσκεται στην πλέον δεινή θέση  της κοινωνικής καταστροφής, εντούτοις αντικειμενικά αδυνατεί να αντιδράσει συλλογικά και οργανωμένα, εφόσον έχει εκδιωχθεί από την παραγωγική διαδικασία. Κατά συνέπεια, όσο διογκώνεται η εργατική ανεργία τόσο αδυνατίζει η διαπραγματευτική θέση των εργαζομένων, παρ’ όλη την μεγέθυνση της οικονομικής αθλιότητας της εργατικής τάξης. Οι άνεργοι και οι νέοι χωρίς εργασιακή διέξοδο δεν διαθέτουν κανέναν συλλογικό παραγωγικό ή κοινωνικό χώρο δια μέσου του οποίου να μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματική πίεση απέναντι στην ίδια την πολιτική που τους οδηγεί στην παραγωγική καταστροφή. Μ’ άλλες λέξεις με την απομείωση του ΑΕΠ και τον στασιμοπληθωρισμό που διευρύνουν συνεχώς την ανεργία, μειώνεται ταυτόχρονα ο εργαζόμενος κόσμος που θα μπορούσε να αναπτύξει συλλογικές αντιστάσεις και απεργιακές δράσεις. Άλλωστε, η ίδια η κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση των ανέργων λειτουργεί γενικά ανασταλτικά απέναντι στην αγωνιστική απεργιακή κινητοποίηση, που είναι επακόλουθο της παραγωγικής απασχόλησης η οποία στην προκειμένη περίπτωση απουσιάζει.

Υπερβάσεις – επαναπροσδιορισμοί για το αριστερό εργατικό κίνημα

Επειδή ακριβώς έτσι έχουν τα πράγματα στις τρεις σφαίρες του κόσμου της μισθωτής εργασίας (δημόσιοι υπάλληλοι, ενεργοί εργαζόμενοι ιδιωτικού τομέα, άνεργοι και νέοι χωρίς απασχόληση), διαπιστώνεται ότι οι τάσεις αδρανοποίησης και διαχωρισμού είναι ισχυρότερες των τάσεων κοινωνικής ταξικής ομογενοποίησης των τριών κατηγοριών των μισθωτών εργαζομένων. Αυτή είναι και η βαθύτερη κοινωνική αιτία της αδυναμίας επίτευξης μαζικότητας και αποτελεσματικότητας του απεργιακού συνδικαλιστικού κινήματος του πρώτου μισού του 2010. Κατά συνέπεια, η δυσχέρεια της Αριστεράς και του αγωνιστικού εργατικού κινήματος να επιτύχουν την συντονισμένη και ευρεία απεργιακή κινητοποίηση των τριών στρωμάτων της μισθωτής εργασίας είναι περισσότερο από εμφανής, εφόσον επενεργούν ταυτόχρονα τόσο οι συνέπειες του Μνημονίου όσο και τα αποτελέσματα της κρίσης καπιταλιστικής συσσώρευσης, επιφέροντας αθροιστικά δυσμενέστατες επιπτώσεις στον ταξικό συσχετισμό των δυνάμεων.

Είναι φανερό κατά συνέπεια, ότι για να επιτευχθεί η ευρύτερη συντονισμένη πανεργατική κινητοποίηση των τριών κατηγοριών των μισθωτών εργαζομένων, τόσο απέναντι στις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης, όσο και στα μέτρα εφαρμογής του Μνημονίου, απαιτούνται βαθύτατοι επαναπροσδιορισμοί και τομές και στην Αριστερό και στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα σ’ όλα τα επίπεδα (κοινωνικό, ιδεολογικό, πολιτικό). Αν βαδίσουν τα πράγματα όπως έχουν κινηθεί στο προηγούμενο εξάμηνο, και παρά τις τραγικές συνέπειες της κυρίαρχης πολιτικής της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και της επιχειρηματικής εργοδοσίας, είναι ενδεχόμενο να μονιμοποιηθεί η ζοφερή και αβίωτη πραγματικότητα που έχει αρχίσει να επιβάλλεται.

Μεταξύ των άλλων καίρια σημασία σε μια τέτοια κατεύθυνση έχει η οργανική διασύνδεση του αριστερού κινήματος με την πραγματική διαφοροποιημένη κατάσταση των τριών στρωμάτων της μισθωτής εργασίας και η διαμόρφωση όρων κοινωνικής ενότητας μέσα από την διαφορετικότητα. Εξίσου οι μετωπικές ενωτικές μορφές παρέμβασης του κινήματος τόσο στο επίπεδο του αγωνιστικού εργατικού συνδικαλισμού, όσο και στο πεδίο του πολιτικού αριστερού κινήματος, όπου καταγράφονται ασύμπτωτες τροχιές αντιπαλότητας. Τέλος η ανάδειξη μιας διαφωτιστικής ιδεολογικής εκστρατείας αντίκρουσης της κυρίαρχης ιδεολογίας της «τρομοκρατίας των ελλειμμάτων» (και της γενικευμένης παραγωγικής καταστροφής), σε συνδυασμό με την ριζοσπαστική εναλλακτική λύση της εθνικοποίησης των τραπεζών, της δραστικής φορολόγησης των επιχειρήσεων, της ανάκτησης σε δημόσιο και εργατικό έλεγχο των κοινωφελών επιχειρήσεων κλπ.

Η συνέχιση της κίνησης των αριστερών πολιτικών σχηματισμών και των αντίστοιχων εργατικών συνδικαλιστικών παρατάξεων στην τροχιά του παραδοσιακού τους υποκειμενισμού και των άγονων διαχωριστικών γραμμών, με την εκφορά ενός πολιτικού λόγου χωρίς οργανική διασύνδεση με την πραγματική διαφοροποιημένη κατάσταση των τμημάτων των μισθωτών εργαζομένων, θα οδηγήσει στην αναπαραγωγή της αναποτελεσματικότητας και στην επικράτηση των πλέον αντιδραστικών πολιτικών για την πλειοψηφία της εργαζόμενης κοινωνίας.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. 22 Σεπτεμβρίου 2010 στο 15:47

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s